Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013





CHOMOLANGMA  8848m


Περιοδικό  Face  2005
Κείμενο: Κ. Αποστολόπουλος

 
   Ο κρυφός έρωτας ενός παιδιού για την φύση άρχισε να εκδηλώνετε δειλά δειλά στα 26 του χρόνια όταν έφτιαξε με τα χέρια του ένα μικρό, φτωχικό και ταπεινό καλυβάκι σε κάποια γωνιά της Οίτης. Αποτελούσε για αυτόν διέξοδο από την πεζή καθημερινότητα, αναζήτηση της περιπέτειας, πηγή ρομαντισμού και τόπο ψυχικής αγαλλίασης.   Σύντομα όμως οι ανησυχίες του τον φέρανε κοντά στον κορυφαίο έλληνα ορειβάτη όλων των εποχών τον Κώστα Τσιβελέκα και στις 14 Φλεβάρη 1998 βρέθηκε στις πλαγιές του Ολύμπου να ορειβατεί, επίσημα και οργανωμένα  για πρώτη φορά στη ζωή του. Έτσι απλά έκανε τα πρώτα του ορειβατικά βήματα χωρίς ποτέ να φαντάζετε τι του επιφύλασσε η μοίρα. Οι δυσκολίες και οι κακουχίες των ορειβατικών αυτών προσπαθειών δεν τον ενοχλούσαν διόλου κι έτσι στο τέλος του ιδίου έτους ο αρχηγός και δάσκαλός του στην ορειβασία, τον επέλεξε να στελεχώσει την ορειβατική απόστολή στο όρος Κιλιμάντζαρο της Αφρικής. Η αποστολή αυτή αποτέλεσε την μαζικότερη Ελληνική ορειβατική αποστολή στην ιστορία της Ελληνικής ορειβασίας. Στις 30 Δεκεμβρίου 1998 πάτησε την κορυφή. Η αρχή των κατακτήσεων ψηλών κορυφών με παγκόσμια αναγνώριση είχε γίνει. Η μαγεία του βουνού και η περιπέτεια της προσπάθειας μέσα από την αντιμετώπιση δυσκολιών και κινδύνων τον κερδίσανε και ο θαυμασμός του για τις ομορφιές της φύσης τον οδήγησαν πιο βαθιά σε αυτό που λέγεται ορειβασία αλλά και πιο κοντά σε ψιλότερες κορφές. Στις 19 Ιανουαρίου 2000 βρέθηκε στην κορφή του όρους Ιλιμάνι της Βολιβίας πάντα με αρχηγό τον Κώστα Τσιβελέκα. Η αποστολή αυτή στάθηκε μοιραία στην μετέπειτα ορειβατική του πορεία μιας και εκεί αποφάσισε, με παρότρυνση του αρχηγού, να κάνει μια προσπάθεια σε κορφή των Ιμαλαΐων με υψόμετρο άνω των 8000 μέτρων με σκοπό να αποτελεί παρακαταθήκη για τα παιδιά του. Η απόφαση αυτή δεν ήταν εύκολη διότι πίσω από την γοητεία της ιδέας αυτής κρυβότανε σκληρή επίπονη, πολύωρη, καθημερινή προπόνηση σε επίπεδα πρωταθλητισμού, χωρίς προπονητή, μακρόχρονη απουσία από την Ελλάδα και φυσικά … χρήματα. Όλα αυτά δε σε συνδυασμό με την αγροτική του εργασία που δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να εγκαταλείψει φάνταζαν απίθανα. Η άνοιξη και το καλοκαίρι του 2000 ήταν πραγματικά καυτό. Η εξουθενωτική προπόνηση και το άγχος του μεγάλου ρίσκου βρήκε την  καλύτερη απάντηση στις 4 Οκτω-βρίου 2000. Μέρα ιστορική για την Ελληνική ορειβασία και για τον ίδιο. Οι θερμοκρασίες των –34 βαθμών Κελσίου δεν λύγισαν την ομάδα και η κορφή Shisha Pangma 8046 κατακτήθηκε χωρίς απώλειες και ο αριθμός των Ελλήνων ορειβατών που μέχρι τότε είχανε κατακτήσει κορφή πάνω από 8000 μέτρα αυξήθηκε σε 6. Η επιτυχία αυτή είχε ως αποτέλεσμα η ομάδα του Κώστα Τσιβελέκα να σκέφτεται πια στόχους ποιοτικότερους και ψιλότερους και φυσικά τι άλλο από την ψιλότερη κορφή του κόσμου; Τέτοιοι στόχοι όμως δεν πρέπει να σχεδιάζονται βιαστικά και με επιπολαιότητα. Χρειάζεται μεγάλη σοβαρότητα, έξυπνοι σχεδιασμοί, άριστη φυσική κατάσταση των αθλητών, μεγάλη πείρα, δυστυχώς πολλά χρήματα, τύχη, και κατάλ-ληλη χρονική στιγμή. Όλα αυτά κάτω από την καθοδήγηση του αδιαμφισβήτητου αρχηγού. Το φορτίο στις πλάτες μας ήταν τώρα βαρύ διότι γνωρίζαμε ότι φέρουμε το χρέος να κάνουμε την Μεγάλη προσπάθεια για την Μεγάλη κορφή που άκουγε στο όνομα: EVEREST. Τα μόνα μας όπλα, η αγάπη μας για την ορειβασία και η θέληση μας να τα καταφέρουμε. Γυμνοί από τον απαραίτητο εξοπλισμό για μια τέτοια προ-σπάθεια, και ξεχασμένοι από το επίσημο κράτος, όπως ότι ποιοτικό, σκύψαμε το κεφάλι και αφοσιωθήκαμε στην προετοιμασία μέχρι να φανεί κάποια ακτίνα φωτός στον ορίζοντα. Έτσι λοιπόν οι σκληρές προπονήσεις και οι ανομολόγητες στερήσεις στο βωμό της ετοιμότητας συνεχιστήκανε για χρόνια. Μέσα στα πλαίσια αυτής της προετοιμασίας η ψιλότερη κορφή των Άνδεων και της Αμερικής (Aconcagoua 6098m) κατακτήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2002.
   Πλησιάζοντας το 2004, χρονιά Ολυμπιακών αγώνων, η αγωνία για την πραγματοποίηση η όχι, της αποστολής στο Έβερεστ κορυφώθηκε. Την πολυπόθητη λύση έδωσε, σαν απομηχανής Θεός σε αρχαία τραγωδία ο Παύλος Αγγελάτος. Ελληνοκαναδός επιχειρηματίας εκ Κεφαλληνίας, πρόσφερε την ευγενική του χορηγία και έτσι το όνειρο μιας Εθνικής αποστολής στο Έβερεστ έλαβε σάρκα και οστά. Η πρώτη Ελληνική Εθνική ομάδα ορειβασίας ήταν γεγονός με την επωνυμία: HELLAS EVEREST 2004. Οι προετοιμασίες για την αναχώρησή μας στις 1 Απριλίου 2004 ήταν σε τελική ευθεία και μέσα σε αυτές ήταν και η κατάκτηση του Κιλιμάτζαρου ξανά στις 4 Μαρτίου 2004. Ο πυρετός της αγωνίας μας είχε κυριεύσει όλους. Σκέψεις και συναισθήματα πλημμυρίζανε το είναι μας. Που πάμε; Πόσο δύσκολο και επικίνδυνο είναι; Τι θα συναντήσουμε; Θα ξαναδούμε την  οικογένεια μας που μένει πίσω; Θα γυρίσουμε αρτιμελείς; Τα στατιστικά στοιχεία λένε ότι ένας στους δέκα που πατάνε την κορφή, μένει εκεί. Εμείς είμαστε 10. Ποιος θα είναι ο «τυχερός»; Χιλιάδες τα ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις και στριφογυρίζουν στο μυαλό μας. Γιατί πάμε; Ποιο το κέρδος; Αξίζει τον κόπο; Ή πιο σωστά: αξίζει την θυσία; Ίσως κάποτε μάθω τις απαντήσεις. Τώρα πια ο κύβος ερίφθει. Η μοίρα μας ήταν να δοκιμαστούμε στην βόρεια πλευρά του Έβερεστ. Έτσι απλά σε μας έλαχε ο κλήρος. Για άλλη μια φορά έπρεπε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να μην δειλιάσουμε. Μόνο που αυτή τη φορά το ύψος ήταν πανύψηλο.
   Μετά από 47 μέρες πολιορκίας του βουνού και παραμονής μας στα 6400μ κι αφού είχαμε εξαντληθεί αρκετά και είχαμε σκληρύνει τις ψυχές μας και το πνεύμα μας από τις κακουχίες, έφτασε η πολυπόθητη μέρα της εκκίνησης για την κορυφή. Επιστρατεύσαμε όσες δυνάμεις μας απομείνανε και χωρίς πολλές και μεγάλες κουβέντες ετοιμαστήκαμε και πήραμε το μονοπάτι προς το άγνωστο. Η απόλυτη δοκιμασία και περιπέτεια ήταν πλέον μπροστά μας, την ζούσαμε. Τι να πρωτοθυμηθεί και τι να πρωτογράψει κανείς από την πλημμύρα συναισθημάτων σκέψεων και προσδοκιών που μας γέμισαν εκείνες οι μέρες και οι ώρες. Η υπέρβαση εαυτού, σάρκας και πνεύματος μας οδήγησε πέρα από τα όριά μας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος εξεύρεσης δύναμης και κουράγιου για την κατάκτηση ενός τέτοιου στόχου. Η εμπειρία μας, μας έχει διδάξει ότι δεν αγωνιζόμαστε μόνο για την επιτυχία αλλά προπάντων για την επιβίωση και την επιστροφή μας. Σε υψόμετρα μεγαλύτερα των 6000 μέτρων δεν περιμένουμε βοήθεια παρά μόνο από τις δυνάμεις μας και τον Θεό. Το παραμικρό λάθος και … τέλος. Φτάνοντας στα 7000 μέτρα ο έντονος πονοκέφαλος λόγου υψομέτρου με ανάγκασε να θυμηθώ όλες τις δύσκολες στιγμές που έχω περάσει στα βουνά του κόσμου. Άραγε θα γυρνούσα πίσω να μπορέσω να τα διηγηθώ όλα αυτά στον γιο μου κάποια μέρα; Θα ήθελα πολύ να του πω ότι έχω στο κορμί μου ανεξίτηλα σημάδια από κρυοπαγήματα, ότι έχω φτάσει στα πρόθυρα πνευμονικού οιδήματος καθώς επίσης ότι κατά την κατάβασή μου στην Ακονκάγκουα  έχασα, ευτυχώς προσωρινά, ένα μέρος της όρασής μου. Η πορεία προς την κορυφή συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες κάτω από τις γνωστές πλέον σε μας συνθήκες παγωνιάς και εξαντλητικής κόπωσης. Η έλλειψη οξυγόνου ήταν πλέον εξοντωτική και μετά τα 8000μέτρα ή χρήση φιαλών συμπληρωματικού οξυγόνου είναι απαραί-τητη. Μια ανεπάντεχη αλλαγή καιρού σε αυτά τα υψόμετρα και δεν θα μείνει τίποτα από μας. Το τοπίο παγερό αφιλόξενο και γκρεμνόδες. Βαδίζουμε χέρι χέρι με τον χάρο, κοιμόμαστε αγκαλιά με τον κίνδυνο και ανασαίνουμε την οσμή του θανάτου.
   Στις 18 Μαΐου 2004 μετά από 9 ώρες νυχτερινής και πρωινής πορείας σε θερμοκρασίες κάτω του –25 βαθμών Κελσίου, αναρρίχησης σε κάθετα βράχια, και περνώντας ανάμεσα σε κουφάρια ξένων συναδέλφων ορειβατών από παλιότερες αποστολές φτάσαμε στην κορυφή. Η Ελληνική σημαία κυματίζει στην κορφή του κόσμου, 8848μ., στην Chomolangma όπως λέγετε στα  Θιβετιανά. Αναμφίβολα η στιγμή αυτή με έχει σημαδέψει και θα με ακολου8θεί πάντα και ελπίζω να αποτελεί πυξίδα σωστού προσανατολισμού σε ότι κάνω. Ιστορική στιγμή…αλλά με ποιον να την μοιραστείς; Συγκίνηση, ικανοποίηση, δάκρυα χαράς, φωτογραφίες στην κορφή, αλλά τίποτα δεν τέλειωσε ακόμη. Η επιστροφή «καραδοκεί». Στην επιστροφή γίνονται τα περισσότερα ατυχήματα. Πράγματι κατά την επιστροφή το σχοινί που με κρατούσε, στο κατέβασμα των κάθετων  βράχων, κόπηκε και αντικρίζοντας το έρεβος κάτω από τα πόδια μου πίστεψα, προς στιγμήν, πως όλα τέλειωσαν. Οι παλμοί της καρδιάς και η αγωνία, δεν μετριούνται τέτοιες στιγμές, ούτε περιγράφονται οι συνθήκες. Εδώ ταιριάζει η φράση που λέει: ένας Θεός ξέρει πως γλίτωσα.